εδαφοβελτιωτικός
•
- που συμβάλλει στη βελτίωση (της ποιότητας) του εδάφους Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοεδαφοβελτιωτικό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εδαφοβελτιωτικός < έδαφος + -ο- + βελτιωτικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εδαφοβελτιωτικός | εδαφοβελτιωτική | εδαφοβελτιωτικό |
| Γενική | εδαφοβελτιωτικού | εδαφοβελτιωτικής | εδαφοβελτιωτικού |
| Αιτιατική | εδαφοβελτιωτικό | εδαφοβελτιωτική | εδαφοβελτιωτικό |
| Κλητική | εδαφοβελτιωτικέ | εδαφοβελτιωτική | εδαφοβελτιωτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εδαφοβελτιωτικοί | εδαφοβελτιωτικές | εδαφοβελτιωτικά |
| Γενική | εδαφοβελτιωτικών | εδαφοβελτιωτικών | εδαφοβελτιωτικών |
| Αιτιατική | εδαφοβελτιωτικούς | εδαφοβελτιωτικές | εδαφοβελτιωτικά |
| Κλητική | εδαφοβελτιωτικοί | εδαφοβελτιωτικές | εδαφοβελτιωτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →