εδαφολογία
•
- γεωλογίαεπιστημονικός κλάδος που εξετάζει τη δημιουργία, τη σύσταση, τις φυσικές και χημικές ιδιότητες και τις μεταβολές του εδάφους στο φυσικό περιβάλλον Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εδαφολογία (μαρτυρείται από το 1892)< έδαφ(ος) + -ο- + -λογία (μεταφραστικό δάνειο από τη γερμανική Pedologie ή μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική pédologie ή μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική pedology) :Κατά τον Μπαμπινιώτη αποτελεί απόδοση για τη γαλλική pédologie < αρχαία ελληνική πέδον (έδαφος) + -λογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εδαφολογία | εδαφολογίες |
| Γενική | εδαφολογίας | εδαφολογιών |
| Αιτιατική | εδαφολογία | εδαφολογίες |
| Κλητική | εδαφολογία | εδαφολογίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →