εδαφολογικός
•
- που ανήκει ή σχετίζεται με την εδαφολογία Βικιλεξικό
- εδαφολογικές έρευνες
Ετυμολογία
εδαφολογικός < εδαφολογ(ία) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εδαφολογικός | εδαφολογική | εδαφολογικό |
| Γενική | εδαφολογικού | εδαφολογικής | εδαφολογικού |
| Αιτιατική | εδαφολογικό | εδαφολογική | εδαφολογικό |
| Κλητική | εδαφολογικέ | εδαφολογική | εδαφολογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εδαφολογικοί | εδαφολογικές | εδαφολογικά |
| Γενική | εδαφολογικών | εδαφολογικών | εδαφολογικών |
| Αιτιατική | εδαφολογικούς | εδαφολογικές | εδαφολογικά |
| Κλητική | εδαφολογικοί | εδαφολογικές | εδαφολογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →