Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εδαφολογικός

/e.ða.fo.lo.ʝiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που ανήκει ή σχετίζεται με την εδαφολογία Βικιλεξικό
    • εδαφολογικές έρευνες

Ετυμολογία

εδαφολογικός < εδαφολογ(ία) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεδαφολογικόςεδαφολογικήεδαφολογικό
Γενικήεδαφολογικούεδαφολογικήςεδαφολογικού
Αιτιατικήεδαφολογικόεδαφολογικήεδαφολογικό
Κλητικήεδαφολογικέεδαφολογικήεδαφολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεδαφολογικοίεδαφολογικέςεδαφολογικά
Γενικήεδαφολογικώνεδαφολογικώνεδαφολογικών
Αιτιατικήεδαφολογικούςεδαφολογικέςεδαφολογικά
Κλητικήεδαφολογικοίεδαφολογικέςεδαφολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →