εδεμικός
•
- που έχει σχέση με την Εδέμ ή αναφέρται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εδεμικός < Εδέμ + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εδεμικός | εδεμική | εδεμικό |
| Γενική | εδεμικού | εδεμικής | εδεμικού |
| Αιτιατική | εδεμικό | εδεμική | εδεμικό |
| Κλητική | εδεμικέ | εδεμική | εδεμικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εδεμικοί | εδεμικές | εδεμικά |
| Γενική | εδεμικών | εδεμικών | εδεμικών |
| Αιτιατική | εδεμικούς | εδεμικές | εδεμικά |
| Κλητική | εδεμικοί | εδεμικές | εδεμικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →