Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εδεμικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την Εδέμ ή αναφέρται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εδεμικός < Εδέμ + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεδεμικόςεδεμικήεδεμικό
Γενικήεδεμικούεδεμικήςεδεμικού
Αιτιατικήεδεμικόεδεμικήεδεμικό
Κλητικήεδεμικέεδεμικήεδεμικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεδεμικοίεδεμικέςεδεμικά
Γενικήεδεμικώνεδεμικώνεδεμικών
Αιτιατικήεδεμικούςεδεμικέςεδεμικά
Κλητικήεδεμικοίεδεμικέςεδεμικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →