Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εθίζω

/eˈθi.zo/ρήμα
•
  1. μεταβατικόκάνω κάποιον να συνηθίσει κάτι, συνήθως ακούσια και υποσυνείδητα Βικιλεξικό
    • Η διαφήμιση μας εθίζει στην λογική του καταναλωτισμού.
  2. κατ’ επέκτασηκαθιστώ κάποιον εξαρτώμενο χρήστη κάποιου προϊόντος, τον κάνω ώστε να το έχει ανάγκη Βικιλεξικό
    • Η νικοτίνη εθίζει.
  3. παθητική φωνή + σεεξαρτώμαι ψυχοσωματικά από κάτι Βικιλεξικό
    • Έχει εθιστεί στο ποτό.
    • Είναι εθισμένος στα τυχερά παίγνια.

Ετυμολογία

εθίζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐθίζω.

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεθίζωεθίζειςεθίζειεθίζουμεεθίζετεεθίζουν / εθίζουνε
Παρατατικόςέθιζαέθιζεςέθιζεεθίζαμεεθίζατεέθιζαν / εθίζαν / εθίζανε
Αόριστοςέθισαέθισεςέθισεεθίσαμεεθίσατεέθισαν / εθίσαν / εθίσανε
Μέλλονταςθα εθίζω / θα εθίσωθα εθίζεις / θα εθίσειςθα εθίζει / θα εθίσειθα εθίζουμε / θα εθίσουμεθα εθίζετε / θα εθίσετεθα εθίζουν / θα εθίζουνε / θα εθίσουν / θα εθίσουνε
Παρακείμενοςέχω εθίσειέχεις εθίσειέχει εθίσειέχουμε εθίσει——
Υπερσυντέλικοςείχα εθίσειείχες εθίσειείχε εθίσειείχαμε εθίσει——
Υποτακτικήνα έχω εθίσει / να εθίζω / να εθίσωνα έχεις εθίσει / να εθίζεις / να εθίσειςνα έχει εθίσει / να εθίζει / να εθίσεινα έχουμε εθίσει / να εθίζουμε / να εθίσουμενα εθίζετε / να εθίσετενα εθίζουν / να εθίζουνε / να εθίσουν / να εθίσουνε
Προστακτική—έθιζε / έθισε——εθίζετε / εθίστε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

εθίζομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →