εθίζω
•
- μεταβατικόκάνω κάποιον να συνηθίσει κάτι, συνήθως ακούσια και υποσυνείδητα Βικιλεξικό
- Η διαφήμιση μας εθίζει στην λογική του καταναλωτισμού.
- κατ’ επέκτασηκαθιστώ κάποιον εξαρτώμενο χρήστη κάποιου προϊόντος, τον κάνω ώστε να το έχει ανάγκη Βικιλεξικό
- Η νικοτίνη εθίζει.
- παθητική φωνή + σεεξαρτώμαι ψυχοσωματικά από κάτι Βικιλεξικό
- Έχει εθιστεί στο ποτό.
- Είναι εθισμένος στα τυχερά παίγνια.
Ετυμολογία
εθίζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐθίζω.
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εθίζω | εθίζεις | εθίζει | εθίζουμε | εθίζετε | εθίζουν / εθίζουνε |
| Παρατατικός | έθιζα | έθιζες | έθιζε | εθίζαμε | εθίζατε | έθιζαν / εθίζαν / εθίζανε |
| Αόριστος | έθισα | έθισες | έθισε | εθίσαμε | εθίσατε | έθισαν / εθίσαν / εθίσανε |
| Μέλλοντας | θα εθίζω / θα εθίσω | θα εθίζεις / θα εθίσεις | θα εθίζει / θα εθίσει | θα εθίζουμε / θα εθίσουμε | θα εθίζετε / θα εθίσετε | θα εθίζουν / θα εθίζουνε / θα εθίσουν / θα εθίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εθίσει | έχεις εθίσει | έχει εθίσει | έχουμε εθίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εθίσει | είχες εθίσει | είχε εθίσει | είχαμε εθίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εθίσει / να εθίζω / να εθίσω | να έχεις εθίσει / να εθίζεις / να εθίσεις | να έχει εθίσει / να εθίζει / να εθίσει | να έχουμε εθίσει / να εθίζουμε / να εθίσουμε | να εθίζετε / να εθίσετε | να εθίζουν / να εθίζουνε / να εθίσουν / να εθίσουνε |
| Προστακτική | — | έθιζε / έθισε | — | — | εθίζετε / εθίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
εθίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →