εθιστικός
•
- που προκαλεί εθισμό Βικιλεξικό
- Η νικοτίνη είναι εθιστική ουσία.
- μια ουσία ασφαλής, μη εθιστική
Ετυμολογία
εθιστικός < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἐθιστικός. Συγχρονικά αναλύεται σε (εθίζω) εθισ- + -τικός.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εθιστικός | εθιστική | εθιστικό |
| Γενική | εθιστικού | εθιστικής | εθιστικού |
| Αιτιατική | εθιστικό | εθιστική | εθιστικό |
| Κλητική | εθιστικέ | εθιστική | εθιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εθιστικοί | εθιστικές | εθιστικά |
| Γενική | εθιστικών | εθιστικών | εθιστικών |
| Αιτιατική | εθιστικούς | εθιστικές | εθιστικά |
| Κλητική | εθιστικοί | εθιστικές | εθιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →