εθνάρχης
•
- τιμητικάο αρχηγός κάποιου έθνους Βικιλεξικό
- τίτλος των αρχιεπισκόπων της Κύπρου Βικιλεξικό
- Οδός Εθνάρχου Μακαρίου
Ετυμολογία
εθνάρχης < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐθνάρχης (κυβερνήτης έθνους). Συγχρονικά αναλύεται σε έθν(ος) + -άρχης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εθνάρχης | εθνάρχες |
| Γενική | εθνάρχη | εθναρχών |
| Αιτιατική | εθνάρχη | εθνάρχες |
| Κλητική | εθνάρχη | εθνάρχες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →