Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εθνάρχης

/eˈθnaɾ.çis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. τιμητικάο αρχηγός κάποιου έθνους Βικιλεξικό
  2. τίτλος των αρχιεπισκόπων της Κύπρου Βικιλεξικό
    • Οδός Εθνάρχου Μακαρίου

Ετυμολογία

εθνάρχης < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐθνάρχης (κυβερνήτης έθνους). Συγχρονικά αναλύεται σε έθν(ος) + -άρχης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεθνάρχηςεθνάρχες
Γενικήεθνάρχηεθναρχών
Αιτιατικήεθνάρχηεθνάρχες
Κλητικήεθνάρχηεθνάρχες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →