εθναρχικός
•
- που έχει σχέση με τον εθνάρχη ή την εθναρχία ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εθναρχικός < εθνάρχης + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εθναρχικός | εθναρχική | εθναρχικό |
| Γενική | εθναρχικού | εθναρχικής | εθναρχικού |
| Αιτιατική | εθναρχικό | εθναρχική | εθναρχικό |
| Κλητική | εθναρχικέ | εθναρχική | εθναρχικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εθναρχικοί | εθναρχικές | εθναρχικά |
| Γενική | εθναρχικών | εθναρχικών | εθναρχικών |
| Αιτιατική | εθναρχικούς | εθναρχικές | εθναρχικά |
| Κλητική | εθναρχικοί | εθναρχικές | εθναρχικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →