Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εθνοκάπηλος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. λόγιοπρόσωπο που επικαλείται ή προβάλλει τα εθνικά ιδεώδη με προσχηματικό τρόπο, μετατρέποντάς τα σε μέσο ιδιοτελούς εκμετάλλευσης, πολιτικής ή κοινωνικής προβολής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εθνοκάπηλος < εθνο- + κάπηλος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεθνοκάπηλοςεθνοκάπηλοι
Γενικήεθνοκάπηλουεθνοκάπηλων
Αιτιατικήεθνοκάπηλοεθνοκάπηλους
Κλητικήεθνοκάπηλεεθνοκάπηλοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →