Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εθνοκαπηλικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου έχει σχέση με εθνοκάπηλο ή εθνοκαπηλία ή αναφέρεται σʼ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εθνοκαπηλικός < εθνοκάπηλος + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεθνοκαπηλικόςεθνοκαπηλικήεθνοκαπηλικό
Γενικήεθνοκαπηλικούεθνοκαπηλικήςεθνοκαπηλικού
Αιτιατικήεθνοκαπηλικόεθνοκαπηλικήεθνοκαπηλικό
Κλητικήεθνοκαπηλικέεθνοκαπηλικήεθνοκαπηλικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεθνοκαπηλικοίεθνοκαπηλικέςεθνοκαπηλικά
Γενικήεθνοκαπηλικώνεθνοκαπηλικώνεθνοκαπηλικών
Αιτιατικήεθνοκαπηλικούςεθνοκαπηλικέςεθνοκαπηλικά
Κλητικήεθνοκαπηλικοίεθνοκαπηλικέςεθνοκαπηλικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →