Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ειδίκευση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ειδικεύω Βικιλεξικό
    • Όπως είναι φανερό, η διαρθρωτική ανεργία δημιουργείται από τη δυσαναλογία προσφοράς και ζήτησης των διαφόρων ειδικεύσεων. Η μείωσή της απαιτεί επανεκπαίδευση των ανέργων, ώστε να αποκτήσουν τις ειδικεύσεις στις οποίες υπάρχει έλλειψη. (Θεόδωρος Π. Λιανός, Απλά μαθήματα οικονομίας, εκδ. Παπαζήσης, 2015)

Ετυμολογία

ειδίκευση < ειδικεύω + -ση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήειδίκευσηειδικεύσεις
Γενικήειδίκευσηςειδικεύσεων
Αιτιατικήειδίκευσηειδικεύσεις
Κλητικήειδίκευσηειδικεύσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →