ειδικεύω
•
- κάνω κάποιον ειδικό σε έναν τομέα (όπως, επιστημονικό, επαγγελματικό) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ειδικεύω < ειδικ(ός) + -εύω < αρχαία ελληνική εἰδικός < εἶδος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *weyd- (βλέπω) (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική spécialiser)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ειδικεύω | ειδικεύεις | ειδικεύει | ειδικεύουμε | ειδικεύετε | ειδικεύουν / ειδικεύουνε |
| Παρατατικός | ειδίκευα | ειδίκευες | ειδίκευε | ειδικεύαμε | ειδικεύατε | ειδίκευαν / ειδικεύαν / ειδικεύανε |
| Αόριστος | ειδίκευσα | ειδίκευσες | ειδίκευσε | ειδικεύσαμε | ειδικεύσατε | ειδίκευσαν / ειδικεύσαν / ειδικεύσανε |
| Μέλλοντας | θα ειδικεύσω / θα ειδικεύω | θα ειδικεύεις / θα ειδικεύσεις | θα ειδικεύει / θα ειδικεύσει | θα ειδικεύουμε / θα ειδικεύσουμε | θα ειδικεύετε / θα ειδικεύσετε | θα ειδικεύουν / θα ειδικεύουνε / θα ειδικεύσουν / θα ειδικεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ειδικεύσει | έχεις ειδικεύσει | έχει ειδικεύσει | έχουμε ειδικεύσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ειδικεύσει | είχες ειδικεύσει | είχε ειδικεύσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ειδικεύσει / να ειδικεύσω / να ειδικεύω | να έχεις ειδικεύσει / να ειδικεύεις / να ειδικεύσεις | να έχει ειδικεύσει / να ειδικεύει / να ειδικεύσει | να έχουμε ειδικεύσει / να ειδικεύουμε / να ειδικεύσουμε | να ειδικεύετε / να ειδικεύσετε | να ειδικεύουν / να ειδικεύουνε / να ειδικεύσουν / να ειδικεύσουνε |
| Προστακτική | — | ειδίκευε / ειδίκευσε | — | — | ειδικεύετε / ειδικεύστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ειδικεύτηκαειδικεύομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →