ειδεχθής
•
- που προκαλεί φρίκη και αποτροπιασμό Βικιλεξικό
- ειδεχθές έγκλημα όπως κατά του πολιτεύματος, υποθέσεις τρομοκρατίας, ανθρωποκτονίες, βιασμoύς, κ.λπ.
- ο προσπορισμός κέρδους από τη χειραγώγηση της μαζικής αφέλειας, είναι από τα πιο ειδεχθή κακουργήματα και παραδόξως εδώ, στη χώρα της φαιδράς πορτοκαλέας, δεν τυγχάνει της ανάλογης αντιμετώπισης από τη δικαιοσύνη. Εδώ, το πολύ πολύ, να σε κράξουν στα τηλεοπτικά κατινοδικεία, να γελάσουν μαζί σου (αλλά, πρωτίστως, να γελάσουν με εκείνους που σε πιστεύουν) (Πέτρος Τατσόπουλος, Το όπιο του λαού - Μια ανορθόδοξη προσέγγιση, εκδ. Μεταίχμιο, 2021)
Ετυμολογία
ειδεχθής ήδη τον 5ο αιώνα πκε στον Ιπποκράτη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική εἰδεχθής < αρχαία ελληνική εἶδ(ος) + ἔχθ(ος) (μίσος) + -ής
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ειδεχθής | ειδεχθής | ειδεχθές |
| Γενική | ειδεχθούς | ειδεχθούς | ειδεχθούς |
| Αιτιατική | ειδεχθή | ειδεχθή | ειδεχθές |
| Κλητική | ειδεχθή / ειδεχθής | ειδεχθής | ειδεχθές |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ειδεχθείς | ειδεχθείς | ειδεχθή |
| Γενική | ειδεχθών | ειδεχθών | ειδεχθών |
| Αιτιατική | ειδεχθείς | ειδεχθείς | ειδεχθή |
| Κλητική | ειδεχθείς | ειδεχθείς | ειδεχθή |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →