στυγερός
•
- που προκαλεί φρίκη και αποτροπιασμό Βικιλεξικό
- είναι στυγερός δολοφόνος που έχει διαπράξει ειδεχθή εγκλήματα
Ετυμολογία
στυγερός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική στυγερός < Στύξ + -ερός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | στυγερός | στυγερή | στυγερό |
| Γενική | στυγερού | στυγερής | στυγερού |
| Αιτιατική | στυγερό | στυγερή | στυγερό |
| Κλητική | στυγερέ | στυγερή | στυγερό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | στυγεροί | στυγερές | στυγερά |
| Γενική | στυγερών | στυγερών | στυγερών |
| Αιτιατική | στυγερούς | στυγερές | στυγερά |
| Κλητική | στυγεροί | στυγερές | στυγερά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →