ειδησεολογικός
•
- που έχει σχέση με την ειδησεολογία ή αναφέρεται σ’αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ειδησεολογικός < ειδησεολογία + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ειδησεολογικός | ειδησεολογική | ειδησεολογικό |
| Γενική | ειδησεολογικού | ειδησεολογικής | ειδησεολογικού |
| Αιτιατική | ειδησεολογικό | ειδησεολογική | ειδησεολογικό |
| Κλητική | ειδησεολογικέ | ειδησεολογική | ειδησεολογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ειδησεολογικοί | ειδησεολογικές | ειδησεολογικά |
| Γενική | ειδησεολογικών | ειδησεολογικών | ειδησεολογικών |
| Αιτιατική | ειδησεολογικούς | ειδησεολογικές | ειδησεολογικά |
| Κλητική | ειδησεολογικοί | ειδησεολογικές | ειδησεολογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →