Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ειδησεολογικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την ειδησεολογία ή αναφέρεται σ’αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ειδησεολογικός < ειδησεολογία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήειδησεολογικόςειδησεολογικήειδησεολογικό
Γενικήειδησεολογικούειδησεολογικήςειδησεολογικού
Αιτιατικήειδησεολογικόειδησεολογικήειδησεολογικό
Κλητικήειδησεολογικέειδησεολογικήειδησεολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήειδησεολογικοίειδησεολογικέςειδησεολογικά
Γενικήειδησεολογικώνειδησεολογικώνειδησεολογικών
Αιτιατικήειδησεολογικούςειδησεολογικέςειδησεολογικά
Κλητικήειδησεολογικοίειδησεολογικέςειδησεολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →