Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

είδηση

/ˈi.ði.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η πληροφορία τεκμηριωμένη για κάποιο γεγονός Βικιλεξικό
    • Κι έπεσε η είδηση του θανάτου του Περικλή σαν κεραυνός στο γελαστό χαρούμενο σπίτι.. (Πηνελόπη Δέλτα, Στα μυστικά του βάλτου, 1937)
  2. συνεκδοχικάτο ίδιο το γεγονός για το οποίο υπάρχει πληροφορία Βικιλεξικό
  3. το σύνολο των γεγονότων όπως ανακοινώνονται από το ραδιόφωνο, την τηλεόραση και τις εφημερίδες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

είδηση < αρχαία ελληνική εἴδη(σις) (γνώση) < θέμα εἰδ- που απαντά στο οἶδα (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική information)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήείδησηειδήσεις
Γενικήείδησηςειδήσεων
Αιτιατικήείδησηειδήσεις
Κλητικήείδησηειδήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →