είδηση
•
- η πληροφορία τεκμηριωμένη για κάποιο γεγονός Βικιλεξικό
- Κι έπεσε η είδηση του θανάτου του Περικλή σαν κεραυνός στο γελαστό χαρούμενο σπίτι.. (Πηνελόπη Δέλτα, Στα μυστικά του βάλτου, 1937)
- συνεκδοχικάτο ίδιο το γεγονός για το οποίο υπάρχει πληροφορία Βικιλεξικό
- το σύνολο των γεγονότων όπως ανακοινώνονται από το ραδιόφωνο, την τηλεόραση και τις εφημερίδες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
είδηση < αρχαία ελληνική εἴδη(σις) (γνώση) < θέμα εἰδ- που απαντά στο οἶδα (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική information)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | είδηση | ειδήσεις |
| Γενική | είδησης | ειδήσεων |
| Αιτιατική | είδηση | ειδήσεις |
| Κλητική | είδηση | ειδήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →