ειδύλλιο
•
- λογοτεχνίατο ποίημα ή το λογοτεχνικό έργο με ερωτικό κυρίως περιεχόμενο και χαρακτήρα παρόμοιο με το αρχαίο " εἰδύλλιον " Βικιλεξικό
- η ρομαντική ερωτική σχέση Βικιλεξικό
- ειρωνικόη σύντομη περίοδος συνεννόησης ή συνεργασίας μεταξύ αντιπάλων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ειδύλλιο < ελληνιστική κοινή εἰδύλλιον (για το λογοτεχνικό είδος)· για νεότερες σημασίες: (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική idylle (< λατινική īdyllium < ελληνιστική κοινή εἰδύλλιον). Δείτε και εἶδος, -ύλλιον.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ειδύλλιο | ειδύλλια |
| Γενική | ειδυλλίου / ειδύλλιου | ειδυλλίων |
| Αιτιατική | ειδύλλιο | ειδύλλια |
| Κλητική | ειδύλλιο | ειδύλλια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →