εικονογραφώ
•
- ζωγραφίζω εικόνες σε κάποιο χειρόγραφο ή για να τυπωθούν σε βιβλίο, περιοδικό κ.λπ. Βικιλεξικό
- περιγράφω κάτι χρησιμοποιώντας εικόνες λόγου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εικονογραφώ < (ελληνιστική κοινή) / εἰκονογραφῶ < αρχαία ελληνική εἰκονογράφος < εἰκών + γράφω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εικονογραφώ | εικονογραφείς | εικονογραφεί | εικονογραφούμε | εικονογραφείτε | εικονογραφούν / εικονογραφούνε |
| Παρατατικός | εικονογραφούσα | εικονογραφούσες | εικονογραφούσε | εικονογραφούσαμε | εικονογραφούσατε | εικονογραφούσαν / εικονογραφούσανε |
| Αόριστος | εικονογράφησα | εικονογράφησες | εικονογράφησε | εικονογραφήσαμε | εικονογραφήσατε | εικονογράφησαν / εικονογραφήσαν / εικονογραφήσανε |
| Μέλλοντας | θα εικονογραφήσω / θα εικονογραφώ | θα εικονογραφήσεις / θα εικονογραφείς | θα εικονογραφήσει / θα εικονογραφεί | θα εικονογραφήσουμε / θα εικονογραφούμε | θα εικονογραφήσετε / θα εικονογραφείτε | θα εικονογραφήσουν / θα εικονογραφήσουνε / θα εικονογραφούν / θα εικονογραφούνε |
| Παρακείμενος | έχω εικονογραφήσει | έχεις εικονογραφήσει | έχει εικονογραφήσει | έχουμε εικονογραφήσει | έχετε εικονογραφήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εικονογραφήσει | είχες εικονογραφήσει | είχε εικονογραφήσει | είχαμε εικονογραφήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εικονογραφήσει / να εικονογραφήσω / να εικονογραφώ | να έχεις εικονογραφήσει / να εικονογραφήσεις / να εικονογραφείς | να έχει εικονογραφήσει / να εικονογραφήσει / να εικονογραφεί | να έχουμε εικονογραφήσει / να εικονογραφήσουμε / να εικονογραφούμε | να έχετε εικονογραφήσει / να εικονογραφήσετε / να εικονογραφείτε | να εικονογραφήσουν / να εικονογραφήσουνε / να εικονογραφούν / να εικονογραφούνε |
| Προστακτική | — | εικονογράφησε | — | — | εικονογραφήστε / εικονογραφείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
εικονογραφούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →