Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εικονογραφώ

ρήμα
•
  1. ζωγραφίζω εικόνες σε κάποιο χειρόγραφο ή για να τυπωθούν σε βιβλίο, περιοδικό κ.λπ. Βικιλεξικό
  2. περιγράφω κάτι χρησιμοποιώντας εικόνες λόγου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εικονογραφώ < (ελληνιστική κοινή) / εἰκονογραφῶ < αρχαία ελληνική εἰκονογράφος < εἰκών + γράφω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεικονογραφώεικονογραφείςεικονογραφείεικονογραφούμεεικονογραφείτεεικονογραφούν / εικονογραφούνε
Παρατατικόςεικονογραφούσαεικονογραφούσεςεικονογραφούσεεικονογραφούσαμεεικονογραφούσατεεικονογραφούσαν / εικονογραφούσανε
Αόριστοςεικονογράφησαεικονογράφησεςεικονογράφησεεικονογραφήσαμεεικονογραφήσατεεικονογράφησαν / εικονογραφήσαν / εικονογραφήσανε
Μέλλονταςθα εικονογραφήσω / θα εικονογραφώθα εικονογραφήσεις / θα εικονογραφείςθα εικονογραφήσει / θα εικονογραφείθα εικονογραφήσουμε / θα εικονογραφούμεθα εικονογραφήσετε / θα εικονογραφείτεθα εικονογραφήσουν / θα εικονογραφήσουνε / θα εικονογραφούν / θα εικονογραφούνε
Παρακείμενοςέχω εικονογραφήσειέχεις εικονογραφήσειέχει εικονογραφήσειέχουμε εικονογραφήσειέχετε εικονογραφήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα εικονογραφήσειείχες εικονογραφήσειείχε εικονογραφήσειείχαμε εικονογραφήσει——
Υποτακτικήνα έχω εικονογραφήσει / να εικονογραφήσω / να εικονογραφώνα έχεις εικονογραφήσει / να εικονογραφήσεις / να εικονογραφείςνα έχει εικονογραφήσει / να εικονογραφήσει / να εικονογραφείνα έχουμε εικονογραφήσει / να εικονογραφήσουμε / να εικονογραφούμενα έχετε εικονογραφήσει / να εικονογραφήσετε / να εικονογραφείτενα εικονογραφήσουν / να εικονογραφήσουνε / να εικονογραφούν / να εικονογραφούνε
Προστακτική—εικονογράφησε——εικονογραφήστε / εικονογραφείτε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

εικονογραφούμαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →