εισαγωγή
•
- η τοποθέτηση κάποιου πράγματος μέσα σε κάτι άλλο Βικιλεξικό
- η προσθήκη Βικιλεξικό
- Στο Βικιλεξικό η εισαγωγή αρίθμησης γίνεται με το σύμβολο #
- οικονομία: η είσοδος αγαθών από ξένη χώρα Βικιλεξικό
- ιατρική: η είσοδος ασθενούς σε κλειστή περίθαλψη Βικιλεξικό
- η διδασκαλία των βασικών αρχών μιας επιστήμης καθώς και το αντίστοιχο διδακτικό εγχειρίδιο Βικιλεξικό
- η εισαγωγή στην κοινωνιολογία διδάσκεται στο πρώτο εξάμηνο της σχολής
- (για βιβλία) σύντομο κείμενο πριν το κύριο μέρος Βικιλεξικό
- η ένταξη σε πανεπιστήμιο ή άλλο ανώτατο ίδρυμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εισαγωγή < αρχαία ελληνική εἰσαγωγή < εἰσάγω < εἰς (είσ-) + ἄγω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εισαγωγή | εισαγωγές |
| Γενική | εισαγωγής | εισαγωγών |
| Αιτιατική | εισαγωγή | εισαγωγές |
| Κλητική | εισαγωγή | εισαγωγές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →