εισβάλλω
•
- στρατιωτικός όροςεισέρχομαι βίαια σε ξένο έδαφος με στρατιωτική δύναμη Βικιλεξικό
- γενικότεραμπαίνω σε ξένο χώρο επιθετικά Βικιλεξικό
- Το γεγονός ότι όσα χρόνια κι αν περάσουν ο Καταλανός αμυντικός πίνεται μονορούφι από τις χιλιάδες των fans του. Αυτές ίσως τον μάτιασαν και έτσι την προηγούμενη εβδομάδα ληστές εισέβαλαν στο σπίτι του στη Βαρκελώνη και το έκαναν καλοκαιρινό. (Η σέξι 11άδα του Μουντιάλ, Πρώτο Θέμα, 13/06/2018 https://www.protothema.gr/life-style/article/796075/i-sexi-11ada-tou-moudial/)
- γενικότεραμπαίνω σε ξένο χώρο αιφνιδιαστικά, μαζικά και ορμητικά Βικιλεξικό
- μεταφορικάεισέρχομαι ανεπιθύμητα σε χώρο όπου δεν ανήκω Βικιλεξικό
- μεταφορικάκαθιερώνομαι σε νοητό χώρο, ανατρέποντας ή μεταβάλλοντας την κατάσταση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εισβάλλω < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα εἰσβάλλω < αρχαία ελληνική εἰσβάλλω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εισβάλλω | εισβάλλεις | εισβάλλει | εισβάλλουμε | εισβάλλετε | εισβάλλουν / εισβάλλουνε |
| Παρατατικός | εισέβαλλα | εισέβαλλες | εισέβαλλε | εισβάλλαμε | εισβάλλατε | εισέβαλλαν / εισβάλλαν / εισβάλλανε |
| Αόριστος | εισέβαλα | εισέβαλες | εισέβαλε | εισβάλαμε | εισβάλατε | εισέβαλαν / εισβάλαν / εισβάλανε |
| Μέλλοντας | θα εισβάλλω / θα εισβάλω | θα εισβάλεις / θα εισβάλλεις | θα εισβάλει / θα εισβάλλει | θα εισβάλλουμε / θα εισβάλουμε | θα εισβάλετε / θα εισβάλλετε | θα εισβάλλουν / θα εισβάλλουνε / θα εισβάλουν / θα εισβάλουνε |
| Παρακείμενος | έχω εισβάλει | έχεις εισβάλει | έχει εισβάλει | έχουμε εισβάλει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εισβάλει | είχες εισβάλει | είχε εισβάλει | είχαμε εισβάλει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εισβάλει / να εισβάλλω / να εισβάλω | να έχεις εισβάλει / να εισβάλεις / να εισβάλλεις | να έχει εισβάλει / να εισβάλει / να εισβάλλει | να έχουμε εισβάλει / να εισβάλλουμε / να εισβάλουμε | να εισβάλετε / να εισβάλλετε | να εισβάλλουν / να εισβάλλουνε / να εισβάλουν / να εισβάλουνε |
| Προστακτική | — | είσβαλε / είσβαλλε | — | — | εισβάλετε / εισβάλλετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →