Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εισβάλλω

/iˈzva.lo/ρήμα
•
  1. στρατιωτικός όροςεισέρχομαι βίαια σε ξένο έδαφος με στρατιωτική δύναμη Βικιλεξικό
  2. γενικότεραμπαίνω σε ξένο χώρο επιθετικά Βικιλεξικό
    • Το γεγονός ότι όσα χρόνια κι αν περάσουν ο Καταλανός αμυντικός πίνεται μονορούφι από τις χιλιάδες των fans του. Αυτές ίσως τον μάτιασαν και έτσι την προηγούμενη εβδομάδα ληστές εισέβαλαν στο σπίτι του στη Βαρκελώνη και το έκαναν καλοκαιρινό. (Η σέξι 11άδα του Μουντιάλ, Πρώτο Θέμα, 13/06/2018 https://www.protothema.gr/life-style/article/796075/i-sexi-11ada-tou-moudial/)
  3. γενικότεραμπαίνω σε ξένο χώρο αιφνιδιαστικά, μαζικά και ορμητικά Βικιλεξικό
  4. μεταφορικάεισέρχομαι ανεπιθύμητα σε χώρο όπου δεν ανήκω Βικιλεξικό
  5. μεταφορικάκαθιερώνομαι σε νοητό χώρο, ανατρέποντας ή μεταβάλλοντας την κατάσταση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εισβάλλω < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα εἰσβάλλω < αρχαία ελληνική εἰσβάλλω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεισβάλλωεισβάλλειςεισβάλλειεισβάλλουμεεισβάλλετεεισβάλλουν / εισβάλλουνε
Παρατατικόςεισέβαλλαεισέβαλλεςεισέβαλλεεισβάλλαμεεισβάλλατεεισέβαλλαν / εισβάλλαν / εισβάλλανε
Αόριστοςεισέβαλαεισέβαλεςεισέβαλεεισβάλαμεεισβάλατεεισέβαλαν / εισβάλαν / εισβάλανε
Μέλλονταςθα εισβάλλω / θα εισβάλωθα εισβάλεις / θα εισβάλλειςθα εισβάλει / θα εισβάλλειθα εισβάλλουμε / θα εισβάλουμεθα εισβάλετε / θα εισβάλλετεθα εισβάλλουν / θα εισβάλλουνε / θα εισβάλουν / θα εισβάλουνε
Παρακείμενοςέχω εισβάλειέχεις εισβάλειέχει εισβάλειέχουμε εισβάλει——
Υπερσυντέλικοςείχα εισβάλειείχες εισβάλειείχε εισβάλειείχαμε εισβάλει——
Υποτακτικήνα έχω εισβάλει / να εισβάλλω / να εισβάλωνα έχεις εισβάλει / να εισβάλεις / να εισβάλλειςνα έχει εισβάλει / να εισβάλει / να εισβάλλεινα έχουμε εισβάλει / να εισβάλλουμε / να εισβάλουμενα εισβάλετε / να εισβάλλετενα εισβάλλουν / να εισβάλλουνε / να εισβάλουν / να εισβάλουνε
Προστακτική—είσβαλε / είσβαλλε——εισβάλετε / εισβάλλετε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →