Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εισβολή

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ενέργεια του εισβάλλω Βικιλεξικό
    • Ο πόλεμος λειτούργησε σαν ηλεκτροσόκ. Η εικόνα της ρωσικής εισβολής και των μαζικών ωμοτήτων δημιούργησε μια κοινή αίσθηση ιστορικής αλλαγής από τη Σκανδιναβία έως τη Μεσόγειο. (Economist: Όταν τελειώσει ο πόλεμος στην Ουκρανία, ξεκινά ο «εμφύλιος» της Ευρώπης Η Ναυτεμπορική, 30/11/2025 https://www.naftemporiki.gr/kosmos/2040439/economist-otan-teleiosei-o-polemos-stin-oykrania-xekina-o-emfylios-tis-eyropis/)
    • Η εισβολή του Αττίλα στην Κύπρο το 1974
  2. η ενέργεια του εισβάλλω Βικιλεξικό
    • Εισβολή αποστράτων στο Άμυνας - Διαμαρτυρία για τις συντάξεις * Χρειάστηκε η παρέμβαση του αρχηγού ΓΕΣ για να απομακρυνθούν. (από την εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, Σάββατο 1 Οκτωβρίου 2011)
  3. πληροφορικήη ενέργεια του εισβάλλω Βικιλεξικό
    • εισβολή στους διακομιστές της εταιρείας Χ χτες από ομάδα χάκερ

Ετυμολογία

εισβολή < αρχαία ελληνική εἰσβολή < εἰσβάλλω < εἰς + βάλλω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεισβολήεισβολές
Γενικήεισβολήςεισβολών
Αιτιατικήεισβολήεισβολές
Κλητικήεισβολήεισβολές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →