Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εισηγητικός

/i.si.ʝi.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που εισηγείται, που εισάγει σε ένα θέμα και παρουσιάζει προτάσεις Βικιλεξικό
    • υπέβαλε μια εισηγητική έκθεση με πολλές καινοτόμες προτάσεις

Ετυμολογία

εισηγητικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή εἰσηγητικός (εισαγωγικός). → δείτε τις λέξεις εἰσηγεόμαι και εισηγούμαι

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεισηγητικόςεισηγητικήεισηγητικό
Γενικήεισηγητικούεισηγητικήςεισηγητικού
Αιτιατικήεισηγητικόεισηγητικήεισηγητικό
Κλητικήεισηγητικέεισηγητικήεισηγητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεισηγητικοίεισηγητικέςεισηγητικά
Γενικήεισηγητικώνεισηγητικώνεισηγητικών
Αιτιατικήεισηγητικούςεισηγητικέςεισηγητικά
Κλητικήεισηγητικοίεισηγητικέςεισηγητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →