εισηγητικός
•
- που εισηγείται, που εισάγει σε ένα θέμα και παρουσιάζει προτάσεις Βικιλεξικό
- υπέβαλε μια εισηγητική έκθεση με πολλές καινοτόμες προτάσεις
Ετυμολογία
εισηγητικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή εἰσηγητικός (εισαγωγικός). → δείτε τις λέξεις εἰσηγεόμαι και εισηγούμαι
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εισηγητικός | εισηγητική | εισηγητικό |
| Γενική | εισηγητικού | εισηγητικής | εισηγητικού |
| Αιτιατική | εισηγητικό | εισηγητική | εισηγητικό |
| Κλητική | εισηγητικέ | εισηγητική | εισηγητικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εισηγητικοί | εισηγητικές | εισηγητικά |
| Γενική | εισηγητικών | εισηγητικών | εισηγητικών |
| Αιτιατική | εισηγητικούς | εισηγητικές | εισηγητικά |
| Κλητική | εισηγητικοί | εισηγητικές | εισηγητικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →