Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εισήγηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το κείμενο, γραπτό ή προφορικό, που ανακοινώνεται σε μια ομάδα ανθρώπων και αποσκοπεί στην ενημέρωση πάνω σε συγκεκριμένο θέμα και στην υποβολή προτάσεων Βικιλεξικό
  2. η εισαγωγή μιας υπόθεσης στον προϊστάμενο ή σε κάποια ανωτέρα αρχή Βικιλεξικό
    • εισήγηση για παραπομπή του κατηγορουμένου προς το Συμβούλιο Εφετών

Ετυμολογία

εισήγηση < αρχαία ελληνική εἰσήγησις

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεισήγησηεισηγήσεις
Γενικήεισήγησηςεισηγήσεων
Αιτιατικήεισήγησηεισηγήσεις
Κλητικήεισήγησηεισηγήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →