εισορμώ
•
- λόγιοορμώ μέσα, εισβάλλω ορμητικά και εχθρικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εισορμώ < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα εἰσορμῶ < ελληνιστική κοινή εἰσορμῶ, συνηρημένη μορφή του εἰσορμάω. Συγχρονικά αναλύεται σε εισ- + ορμώ.
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εισορμάω / εισορμώ | εισορμάς | εισορμά / εισορμάει | εισορμάμε / εισορμούμε | εισορμάτε | εισορμάν / εισορμάνε / εισορμούν / εισορμούνε |
| Παρατατικός | εισορμούσα | εισορμούσες | εισορμούσε | εισορμούσαμε | εισορμούσατε | εισορμούσαν / εισορμούσανε |
| Αόριστος | εισόρμησα | εισόρμησες | εισόρμησε | εισορμήσαμε | εισορμήσατε | εισορμήσαν / εισορμήσανε / εισόρμησαν |
| Μέλλοντας | θα εισορμάω / θα εισορμήσω / θα εισορμώ | θα εισορμάς / θα εισορμήσεις | θα εισορμά / θα εισορμάει / θα εισορμήσει | θα εισορμάμε / θα εισορμήσουμε / θα εισορμούμε | θα εισορμάτε / θα εισορμήσετε | θα εισορμάν / θα εισορμάνε / θα εισορμήσουν / θα εισορμήσουνε / θα εισορμούν / θα εισορμούνε |
| Παρακείμενος | έχω εισορμήσει | έχεις εισορμήσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εισορμήσει | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εισορμήσει / να εισορμάω / να εισορμήσω / να εισορμώ | να έχεις εισορμήσει / να εισορμάς / να εισορμήσεις | να εισορμά / να εισορμάει / να εισορμήσει | να εισορμάμε / να εισορμήσουμε / να εισορμούμε | να εισορμάτε / να εισορμήσετε | να εισορμάν / να εισορμάνε / να εισορμήσουν / να εισορμήσουνε / να εισορμούν / να εισορμούνε |
| Προστακτική | — | εισόρμα / εισόρμαγε / εισόρμησε | — | — | εισορμάτε / εισορμήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →