Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εισορμώ

/i.soɾˈmo/ρήμα
•
  1. λόγιοορμώ μέσα, εισβάλλω ορμητικά και εχθρικά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εισορμώ < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα εἰσορμῶ < ελληνιστική κοινή εἰσορμῶ, συνηρημένη μορφή του εἰσορμάω. Συγχρονικά αναλύεται σε εισ- + ορμώ.

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεισορμάω / εισορμώεισορμάςεισορμά / εισορμάειεισορμάμε / εισορμούμεεισορμάτεεισορμάν / εισορμάνε / εισορμούν / εισορμούνε
Παρατατικόςεισορμούσαεισορμούσεςεισορμούσεεισορμούσαμεεισορμούσατεεισορμούσαν / εισορμούσανε
Αόριστοςεισόρμησαεισόρμησεςεισόρμησεεισορμήσαμεεισορμήσατεεισορμήσαν / εισορμήσανε / εισόρμησαν
Μέλλονταςθα εισορμάω / θα εισορμήσω / θα εισορμώθα εισορμάς / θα εισορμήσειςθα εισορμά / θα εισορμάει / θα εισορμήσειθα εισορμάμε / θα εισορμήσουμε / θα εισορμούμεθα εισορμάτε / θα εισορμήσετεθα εισορμάν / θα εισορμάνε / θα εισορμήσουν / θα εισορμήσουνε / θα εισορμούν / θα εισορμούνε
Παρακείμενοςέχω εισορμήσειέχεις εισορμήσει————
Υπερσυντέλικοςείχα εισορμήσει—————
Υποτακτικήνα έχω εισορμήσει / να εισορμάω / να εισορμήσω / να εισορμώνα έχεις εισορμήσει / να εισορμάς / να εισορμήσειςνα εισορμά / να εισορμάει / να εισορμήσεινα εισορμάμε / να εισορμήσουμε / να εισορμούμενα εισορμάτε / να εισορμήσετενα εισορμάν / να εισορμάνε / να εισορμήσουν / να εισορμήσουνε / να εισορμούν / να εισορμούνε
Προστακτική—εισόρμα / εισόρμαγε / εισόρμησε——εισορμάτε / εισορμήστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →