όρμω
•
- δοτική ενικού του όρμος (λόγιο) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
ορμώ < αρχαία ελληνική ὁρμάω - ὁρμῶ
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ορμάω / ορμώ | ορμάς | ορμά / ορμάει | ορμάμε / ορμούμε | ορμάτε | ορμάν / ορμάνε / ορμούν / ορμούνε |
| Παρατατικός | ορμούσα | ορμούσες | ορμούσε | ορμούσαμε | ορμούσατε | ορμούσαν / ορμούσανε |
| Αόριστος | όρμησα | όρμησες | όρμησε | ορμήσαμε | ορμήσατε | ορμήσαν / ορμήσανε / όρμησαν |
| Μέλλοντας | θα ορμάω / θα ορμήσω / θα ορμώ | θα ορμάς / θα ορμήσεις | θα ορμά / θα ορμάει / θα ορμήσει | θα ορμάμε / θα ορμήσουμε / θα ορμούμε | θα ορμάτε / θα ορμήσετε | θα ορμάν / θα ορμάνε / θα ορμήσουν / θα ορμήσουνε / θα ορμούν / θα ορμούνε |
| Παρακείμενος | έχω ορμήσει | έχεις ορμήσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ορμήσει | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ορμήσει / να ορμάω / να ορμήσω / να ορμώ | να έχεις ορμήσει / να ορμάς / να ορμήσεις | να ορμά / να ορμάει / να ορμήσει | να ορμάμε / να ορμήσουμε / να ορμούμε | να ορμάτε / να ορμήσετε | να ορμάν / να ορμάνε / να ορμήσουν / να ορμήσουνε / να ορμούν / να ορμούνε |
| Προστακτική | — | όρμα / όρμαγε / όρμησε | — | — | ορμάτε / ορμήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →