Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

όρμω

ουσιαστικό
•
  1. δοτική ενικού του όρμος (λόγιο) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

ορμώ

ρήμα
•
  1. κινούμαι με μεγάλη ταχύτητα προς συγκεκριμένη κατεύθυνση Βικιλεξικό
  2. επιτίθεμαι, κινούμαι επιθετικά με μεγάλη ταχύτητα εναντίον συγκεκριμένου στόχου Βικιλεξικό
    • έψαξε πάλι γύρω, δεν μπορεί κάτι θα υπήρχε να χτυπήσει το πεισματάρικο άτι. Η Ιππολύτη, λες και κατάλαβε πως ο αγριάνθρωπος χαλάρωσε την προσοχή του, σηκώθηκε απότομα στα δυο της πόδια χλιμιντρίζοντας μανιασμένη. Της τράβηξε εκείνος τα χάμουρα όσο πιο δυνατά του επέτρεπαν ο φόβος και το μεθύσι, πού θα πήγαινε, θα το τιθάσευε το αγρίμι, αλλά το άλογο όρθωσε ξανά το ανάστημά του και όρμησε εναντίον του. (Μαίρη Κόντζογλου, Μια προσευχή για τα Παλιά Ασήμια, εκδ. Μεταίχμιο, 2015)

Ετυμολογία

ορμώ < αρχαία ελληνική ὁρμάω - ὁρμῶ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςορμάω / ορμώορμάςορμά / ορμάειορμάμε / ορμούμεορμάτεορμάν / ορμάνε / ορμούν / ορμούνε
Παρατατικόςορμούσαορμούσεςορμούσεορμούσαμεορμούσατεορμούσαν / ορμούσανε
Αόριστοςόρμησαόρμησεςόρμησεορμήσαμεορμήσατεορμήσαν / ορμήσανε / όρμησαν
Μέλλονταςθα ορμάω / θα ορμήσω / θα ορμώθα ορμάς / θα ορμήσειςθα ορμά / θα ορμάει / θα ορμήσειθα ορμάμε / θα ορμήσουμε / θα ορμούμεθα ορμάτε / θα ορμήσετεθα ορμάν / θα ορμάνε / θα ορμήσουν / θα ορμήσουνε / θα ορμούν / θα ορμούνε
Παρακείμενοςέχω ορμήσειέχεις ορμήσει————
Υπερσυντέλικοςείχα ορμήσει—————
Υποτακτικήνα έχω ορμήσει / να ορμάω / να ορμήσω / να ορμώνα έχεις ορμήσει / να ορμάς / να ορμήσειςνα ορμά / να ορμάει / να ορμήσεινα ορμάμε / να ορμήσουμε / να ορμούμενα ορμάτε / να ορμήσετενα ορμάν / να ορμάνε / να ορμήσουν / να ορμήσουνε / να ορμούν / να ορμούνε
Προστακτική—όρμα / όρμαγε / όρμησε——ορμάτε / ορμήστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →