εισπιέζω
•
- πιέζω κάτι προς τα μέσα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εισπιέζω < εισ- + πιέζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εισπιέζω | εισπιέζεις | εισπιέζει | εισπιέζουμε | εισπιέζετε | εισπιέζουν / εισπιέζουνε |
| Παρατατικός | εισπίεζα | εισπίεζες | εισπίεζε | εισπιέζαμε | εισπιέζατε | εισπίεζαν / εισπιέζαν / εισπιέζανε |
| Αόριστος | εισπίεσα | εισπίεσες | εισπίεσε | εισπιέσαμε | εισπιέσατε | εισπίεσαν / εισπιέσαν / εισπιέσανε |
| Μέλλοντας | θα εισπιέζω / θα εισπιέσω | θα εισπιέζεις / θα εισπιέσεις | θα εισπιέζει / θα εισπιέσει | θα εισπιέζουμε / θα εισπιέσουμε | θα εισπιέζετε / θα εισπιέσετε | θα εισπιέζουν / θα εισπιέζουνε / θα εισπιέσουν / θα εισπιέσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εισπιέσει | έχεις εισπιέσει | έχει εισπιέσει | έχουμε εισπιέσει | έχετε εισπιέσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εισπιέσει | είχες εισπιέσει | είχε εισπιέσει | είχαμε εισπιέσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εισπιέσει / να εισπιέζω / να εισπιέσω | να έχεις εισπιέσει / να εισπιέζεις / να εισπιέσεις | να έχει εισπιέσει / να εισπιέζει / να εισπιέσει | να έχουμε εισπιέσει / να εισπιέζουμε / να εισπιέσουμε | να έχετε εισπιέσει / να εισπιέζετε / να εισπιέσετε | να εισπιέζουν / να εισπιέζουνε / να εισπιέσουν / να εισπιέσουνε |
| Προστακτική | — | εισπίεζε / εισπίεσε | — | — | εισπιέζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
εισπιέστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →