Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πιέζω

/piˈe.zo/ρήμα
•
  1. ασκώ δύναμη πάνω στην επιφάνεια ενός αντικειμένου Βικιλεξικό
    • Πίεσα το κουμπί, αλλά δεν έγινε τίποτα.
    • ἄν ἦταν στυλογράφος, θά ἦταν Parker, καί μάλιστα ἐκεῖνος, ὁ κλασικός πού εἶχε ἀπό τήν Ἕκτη Δημοτικοῦ, δῶρο ἀπό τὸν θεῖο του τόν Γιῶργο στά δωδέκατα γενέθλιά του, ὁ Parker ἐκεῖνος πού ἔπρεπε νά τόν πιέσεις δυνατά, ἀλλά καί μαλακά. (Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης, Au revoir, εκδ. Νεφέλη, 1999, σελ. 14)
  2. μεταφορικάπροσπαθώ να αναγκάσω κάποιον να κάνει κάτι παρά τη θέλησή του Βικιλεξικό
    • το λόμπι πιέζει την κυβέρνηση
  3. μεταφορικάφέρνω κάποιον σε δύσκολη θέση Βικιλεξικό
    • Μη με πιέζεις, αισθάνομαι ήδη άσχημα με όλη αυτή την κατάσταση!

Ετυμολογία

πιέζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πιέζω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπιέζωπιέζειςπιέζειπιέζουμεπιέζετεπιέζουν / πιέζουνε
Παρατατικόςπίεζαπίεζεςπίεζεπιέζαμεπιέζατεπίεζαν / πιέζαν / πιέζανε
Αόριστοςπίεσαπίεσεςπίεσεπιέσαμεπιέσατεπίεσαν / πιέσαν / πιέσανε
Μέλλονταςθα πιέζω / θα πιέσωθα πιέζεις / θα πιέσειςθα πιέζει / θα πιέσειθα πιέζουμε / θα πιέσουμεθα πιέζετε / θα πιέσετεθα πιέζουν / θα πιέζουνε / θα πιέσουν / θα πιέσουνε
Παρακείμενοςέχω πιέσειέχεις πιέσειέχει πιέσειέχουμε πιέσει——
Υπερσυντέλικοςείχα πιέσειείχες πιέσειείχε πιέσει———
Υποτακτικήνα έχω πιέσει / να πιέζω / να πιέσωνα έχεις πιέσει / να πιέζεις / να πιέσειςνα έχει πιέσει / να πιέζει / να πιέσεινα έχουμε πιέσει / να πιέζουμε / να πιέσουμενα πιέζετε / να πιέσετενα πιέζουν / να πιέζουνε / να πιέσουν / να πιέσουνε
Προστακτική—πίεζε / πίεσε——πιέζετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

πιέστηκαπιέζομαιπιέστε

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →