εισρέω
•
- χύνομαι μέσα σε κάτι, ρέω προς τα μέσα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εισρέω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική εἰσρέω < εἰς + ῥέω (εισ- + ρέω)
Άλλοι τύποι
εισέρρεαεισέρρευσαεισρεύσω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →