εκρέω
•
- ρέω προς τα έξω Βικιλεξικό
- εκβάλλω (για ποτάμι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκρέω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐκρέω < ἐκ + ῥέω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *srew- (ρέω) < *ser - (ἀραρίσκω). Συγχρονικά αναλύεται σε εκ- + ρέω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εκρέω | εκρέεις | εκρέει | εκρέουμε | εκρέετε | εκρέουν / εκρέουνε |
| Παρατατικός | εξέρρεα | εξέρρεες | εξέρρεε | εκρέαμε | εκρέατε | εκρέαν / εκρέανε / εξέρρεαν |
| Αόριστος | εξέρρευσα | εξέρρευσες | εξέρρευσε | εκρεύσαμε | εκρεύσατε | εκρεύσαν / εκρεύσανε / εξέρρευσαν |
| Μέλλοντας | θα εκρέω / θα εκρεύσω | θα εκρέεις / θα εκρεύσεις | θα εκρέει / θα εκρεύσει | θα εκρέουμε / θα εκρεύσουμε | θα εκρέετε / θα εκρεύσετε | θα εκρέουν / θα εκρέουνε / θα εκρεύσουν / θα εκρεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εκρεύσει | έχεις εκρεύσει | έχει εκρεύσει | έχουμε εκρεύσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εκρεύσει | είχες εκρεύσει | είχε εκρεύσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εκρεύσει / να εκρέω / να εκρεύσω | να έχεις εκρεύσει / να εκρέεις / να εκρεύσεις | να έχει εκρεύσει / να εκρέει / να εκρεύσει | να έχουμε εκρεύσει / να εκρέουμε / να εκρεύσουμε | να εκρέετε / να εκρεύσετε | να εκρέουν / να εκρέουνε / να εκρεύσουν / να εκρεύσουνε |
| Προστακτική | — | έκρεε / έκρευσε | — | — | εκρέετε / εκρεύστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →