εισφέρω
•
- δίνω κάτι, συμβάλλω κι εγώ, συνεισφέρω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εισφέρω < αρχαία ελληνική εἰσφέρω < εἰς + φέρω < πρωτοελληνική *pʰérō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *bʰéreti < *bʰer- (φέρω, μεταφέρω)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εισφέρω | εισφέρεις | εισφέρει | εισφέρουμε | εισφέρετε | εισφέρουν / εισφέρουνε |
| Παρατατικός | εισέφερα | εισέφερες | εισέφερε | εισφέραμε | εισφέρατε | εισέφεραν / εισφέραν / εισφέρανε |
| Αόριστος | εισέφερα | εισέφερες | εισέφερε | εισφέραμε | εισφέρατε | εισέφεραν / εισφέραν / εισφέρανε |
| Μέλλοντας | θα εισφέρω | θα εισφέρεις | θα εισφέρει | θα εισφέρουμε | θα εισφέρετε | θα εισφέρουν / θα εισφέρουνε |
| Παρακείμενος | έχω εισφέρει | έχεις εισφέρει | έχει εισφέρει | έχουμε εισφέρει | έχετε εισφέρει | έχουν εισφέρει |
| Υπερσυντέλικος | είχα εισφέρει | είχες εισφέρει | είχε εισφέρει | είχαμε εισφέρει | είχατε εισφέρει | είχαν εισφέρει |
| Υποτακτική | να έχω εισφέρει / να εισφέρω | να έχεις εισφέρει / να εισφέρεις | να έχει εισφέρει / να εισφέρει | να έχουμε εισφέρει / να εισφέρουμε | να έχετε εισφέρει / να εισφέρετε | να έχουν εισφέρει / να εισφέρουν / να εισφέρουνε |
| Προστακτική | — | είσφερε | — | — | εισφέρετε / εισφέρτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →