συνεισφέρω
•
- συμμετέχω υλικά ή ηθικά σ΄έναν κοινό σκοπό Βικιλεξικό
- Θα ήθελα να συνεισφέρω κι εγώ στην αγορά δώρου
- Συνεισφέρει στην υπεράσπιση των δικαιωμάτων τους
Ετυμολογία
συνεισφέρω < αρχαία ελληνική συνεισφέρω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συνεισφέρω | συνεισφέρεις | συνεισφέρει | συνεισφέρουμε | συνεισφέρετε | συνεισφέρουν / συνεισφέρουνε |
| Παρατατικός | συνεισέφερα | συνεισέφερες | συνεισέφερε | συνεισφέραμε | συνεισφέρατε | συνεισέφεραν / συνεισφέραν / συνεισφέρανε |
| Μέλλοντας | θα συνεισφέρω | θα συνεισφέρεις | θα συνεισφέρει | θα συνεισφέρουμε | θα συνεισφέρετε | θα συνεισφέρουν / θα συνεισφέρουνε |
| Υποτακτική | να συνεισφέρω | να συνεισφέρεις | να συνεισφέρει | να συνεισφέρουμε | να συνεισφέρετε | να συνεισφέρουν / να συνεισφέρουνε |
| Προστακτική | — | συνείσφερε | — | — | συνεισφέρετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →