εισχώρηση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εισχωρώ Βικιλεξικό
- η διαπέραση, η εισβολή, η διείσδυση. η Εισαγωγή στο εσωτερικό. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εισχώρηση < εισχωρώ + -ση < ελληνιστική κοινή εἰσχωρέω / εἰσχωρῶ < εἰς + αρχαία ελληνική χωρέω / χωρῶ < χῶρος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ǵʰeh₁ro- (εγκαταλειμμένος, έρημος)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εισχώρηση | εισχωρήσεις |
| Γενική | εισχώρησης | εισχωρήσεων |
| Αιτιατική | εισχώρηση | εισχωρήσεις |
| Κλητική | εισχώρηση | εισχωρήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →