εισχωρώ
•
- εισέρχομαι (σε κάτι στενό) Βικιλεξικό
- το γαστροσκόπιο εισχώρησε και η εξέταση κράτησε 7 λεπτά
Ετυμολογία
εισχωρώ < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή εἰσχωρῶ, συνηρημένο τύπο του εἰσχωρέω < εἰς + αρχαία ελληνική χωρέω / χωρῶ < χῶρος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ǵʰeh₁ro- (εγκαταλειμμένος, έρημος). Συγχρονικά αναλύεται σε εισ- + χωρώ, χώρος
Άλλοι τύποι
εισχωρούσαεισχώρησα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →