εκβαθύνω
•
- κάνω κάτι πιο βαθύ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκβαθύνω < μεσαιωνική ελληνική εκβαθύνω < εκ- + βαθύνω < αρχαία ελληνική βαθύνω < βαθύς
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εκβαθύνω | εκβαθύνεις | εκβαθύνει | εκβαθύνουμε | εκβαθύνετε | εκβαθύνουν / εκβαθύνουνε |
| Παρατατικός | εκβάθυνα | εκβάθυνες | εκβάθυνε | εκβαθύναμε | εκβαθύνατε | εκβάθυναν / εκβαθύναν / εκβαθύνανε |
| Αόριστος | εκβάθυνα | εκβάθυνες | εκβάθυνε | εκβαθύναμε | εκβαθύνατε | εκβάθυναν / εκβαθύναν / εκβαθύνανε |
| Μέλλοντας | θα εκβαθύνω | θα εκβαθύνεις | θα εκβαθύνει | θα εκβαθύνουμε | θα εκβαθύνετε | θα εκβαθύνουν / θα εκβαθύνουνε |
| Παρακείμενος | έχω εκβαθύνει | έχεις εκβαθύνει | έχει εκβαθύνει | έχουμε εκβαθύνει | έχετε εκβαθύνει | έχουν εκβαθύνει |
| Υπερσυντέλικος | είχα εκβαθύνει | είχες εκβαθύνει | είχε εκβαθύνει | είχαμε εκβαθύνει | είχατε εκβαθύνει | είχαν εκβαθύνει |
| Υποτακτική | να έχω εκβαθύνει / να εκβαθύνω | να έχεις εκβαθύνει / να εκβαθύνεις | να έχει εκβαθύνει / να εκβαθύνει | να έχουμε εκβαθύνει / να εκβαθύνουμε | να έχετε εκβαθύνει / να εκβαθύνετε | να έχουν εκβαθύνει / να εκβαθύνουν / να εκβαθύνουνε |
| Προστακτική | — | εκβάθυνε | — | — | εκβαθύνετε / εκβαθύντε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →