εκ
•
- λόγιοσυντάσσεται με γενική και δηλώνει: Βικιλεξικό
- Το ήξερα εκ των προτέρων (από πριν)
- λόγιοσυντάσσεται με γενική και δηλώνει: Βικιλεξικό
- παραλάβαμε ένα δέμα εκ Παρισίων (από το Παρίσι, ειρωνικό)
- λόγιοσυντάσσεται με γενική και δηλώνει: Βικιλεξικό
- τα λες αυτά εκ του ασφαλούς
- λόγιοσυντάσσεται με γενική και δηλώνει: Βικιλεξικό
- συμβιβάστηκα εξ ανάγκης (από ανάγκη)
- λόγιοσυντάσσεται με γενική και δηλώνει: Βικιλεξικό
- ελάχιστοι διορίστηκαν τελικά εκ των χιλιάδων υποψηφίων
Ετυμολογία
εκ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐκ & ἐξ
Άλλοι τύποι
εξ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →