εκβαρβαρώνω
•
- κάνω κάποιον βάρβαρο, τον μεταβάλλω σε απολίτιστο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκβαρβαρώνω < αρχαία ελληνική ἐκβαρβαρόω / ἐκβαρβαρῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εκβαρβαρώνω | εκβαρβαρώνεις | εκβαρβαρώνει | εκβαρβαρώνουμε | εκβαρβαρώνετε | εκβαρβαρώνουν / εκβαρβαρώνουνε |
| Παρατατικός | εκβαρβάρωνα | εκβαρβάρωνες | εκβαρβάρωνε | εκβαρβαρώναμε | εκβαρβαρώνατε | εκβαρβάρωναν / εκβαρβαρώναν / εκβαρβαρώνανε |
| Αόριστος | εκβαρβάρωσα | εκβαρβάρωσες | εκβαρβάρωσε | εκβαρβαρώσαμε | εκβαρβαρώσατε | εκβαρβάρωσαν / εκβαρβαρώσαν / εκβαρβαρώσανε |
| Μέλλοντας | θα εκβαρβαρώνω / θα εκβαρβαρώσω | θα εκβαρβαρώνεις / θα εκβαρβαρώσεις | θα εκβαρβαρώνει / θα εκβαρβαρώσει | θα εκβαρβαρώνουμε / θα εκβαρβαρώσουμε | θα εκβαρβαρώνετε / θα εκβαρβαρώσετε | θα εκβαρβαρώνουν / θα εκβαρβαρώνουνε / θα εκβαρβαρώσουν / θα εκβαρβαρώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εκβαρβαρώσει | έχεις εκβαρβαρώσει | έχει εκβαρβαρώσει | έχουμε εκβαρβαρώσει | έχετε εκβαρβαρώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εκβαρβαρώσει | είχες εκβαρβαρώσει | είχε εκβαρβαρώσει | είχαμε εκβαρβαρώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εκβαρβαρώσει / να εκβαρβαρώνω / να εκβαρβαρώσω | να έχεις εκβαρβαρώσει / να εκβαρβαρώνεις / να εκβαρβαρώσεις | να έχει εκβαρβαρώσει / να εκβαρβαρώνει / να εκβαρβαρώσει | να έχουμε εκβαρβαρώσει / να εκβαρβαρώνουμε / να εκβαρβαρώσουμε | να έχετε εκβαρβαρώσει / να εκβαρβαρώνετε / να εκβαρβαρώσετε | να εκβαρβαρώνουν / να εκβαρβαρώνουνε / να εκβαρβαρώσουν / να εκβαρβαρώσουνε |
| Προστακτική | — | εκβαρβάρωνε / εκβαρβάρωσε | — | — | εκβαρβαρώνετε / εκβαρβαρώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →