Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βάρβαρος

/ˈvaɾ.va.ɾos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ιστορίαπου δεν έχει ελληνική καταγωγή Βικιλεξικό
    • Το ελληνικό πάνθεο δέχθηκε εκείνη την εποχή περισσότερους ξένους θεούς από ό,τι ποτέ άλλοτε... Από την άλλη πλευρά, οι βάρβαροι όχι μόνο δέχθηκαν και αυτοί τους θεούς των Ελλήνων, αλλά και συγχώνευσαν πολλούς από τους δικούς τους θεούς με τους θεούς των Ελλήνων. Ήταν μια εποχή αναρχικού συγκρητισμού. (Αναστάσιος-Φοίβος Χρηστίδης, Ιστορία της ελληνικής γλώσσας: από τις αρχές έως την Ύστερη Αρχαιότητα, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών, Ίδρυμα Μανώλη Τριανταφυλλίδη, 2001, σελ. 542)
    • Κωνσταντίνος Καβάφης, Περιμένοντας τους βαρβάρους' (1904), στίχ. 1-2 & οι δύο τελευταίες στροφές
  2. στην αρχαία και βυζαντινή ιστορίααυτός που κατοικούσε έξω από τα σύνορα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και θεωρούνταν καθυστερημένος και απολίτιστος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βάρβαρος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική βάρβαρος < (ηχομιμητική λέξη) (από την ηχομιμητική λέξη βαρβαρ)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβάρβαροςβάρβαροι
Γενικήβάρβαρου / βαρβάρουβάρβαρων / βαρβάρων
Αιτιατικήβάρβαροβάρβαρους / βαρβάρους
Κλητικήβάρβαρεβάρβαροι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

βάρβαρος

/ˈvaɾ.va.ɾos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. για ανθρώπους ή σύνολα ανθρώπωναπαίδευτος, απολίτιστος, χυδαίος Βικιλεξικό
    • Ο νεοέλληνας, ως καλοπερασάκιας - βολεψιματίας, παμπόνηρος και βάρβαρος, δεν θέλει να ξεβολευφτεί, ούτε για να καπνίσει έξω από κλειστούς χώρους, ούτε για να μην παρκάρει στις θέσεις για Α.Μ.Ε.Α., χωρίς να τον νοιάζει εάν ενοχλεί, βλάπτει, ή δυσκολεύει τους συνανθρώπους του. (Συνεχίζεται το κάπνισμα (στο νοσοκομείο της Ρόδου), 10/3/20211, Protagon.gr https://www.protagon.gr/anagnwstes/synexizetai-to-kapnisma-sto-nosokomeio-tis-rodou-5685000000)
  2. για ανθρώπους ή σύνολα ανθρώπωνβάνδαλος, σκληρός Βικιλεξικό
  3. που αρμόζει σε βαρβάρους, βαρβαρικός Βικιλεξικό
    • βάρβαρα έθιμα

Ετυμολογία

βάρβαρος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική βάρβαρος < (ηχομιμητική λέξη) (από την ηχομιμητική λέξη βαρβαρ)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβάρβαροςβάρβαρηβάρβαρο / βάρβαρον
Γενικήβάρβαρουβάρβαρηςβάρβαρου
Αιτιατικήβάρβαροβάρβαρηβάρβαρο
Κλητικήβάρβαρεβάρβαρηβάρβαρο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβάρβαροιβάρβαρεςβάρβαρα
Γενικήβάρβαρωνβάρβαρωνβάρβαρων
Αιτιατικήβάρβαρουςβάρβαρεςβάρβαρα
Κλητικήβάρβαροιβάρβαρεςβάρβαρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →