εκδούλευση
•
- ενέργεια (υπηρεσία ή διευκόλυνση) που γίνεται προς όφελος τρίτου μετά από αίτημά του και από καλή διάθεση απέναντί του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκδούλευση < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική ἐκδούλευ(σις) (σκλάβωμα) + -ση < ἐκδουλεύω < ἐκ (εκ-) + αρχαία ελληνική δουλεύω, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική service
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εκδούλευση | εκδουλεύσεις |
| Γενική | εκδούλευσης | εκδουλεύσεων |
| Αιτιατική | εκδούλευση | εκδουλεύσεις |
| Κλητική | εκδούλευση | εκδουλεύσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →