Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εκθήλυνση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εκθηλύνω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εκθήλυνση < αρχαία ελληνική ἐκθήλυνσις

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεκθήλυνσηεκθηλύνσεις
Γενικήεκθήλυνσηςεκθηλύνσεων
Αιτιατικήεκθήλυνσηεκθηλύνσεις
Κλητικήεκθήλυνσηεκθηλύνσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →