Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εκθαμβωτικός

/ek.θaɱ.vo.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. κυριολεκτικάπου μπορεί να θαμπώσει ή και να τυφλώσει με τη λάμψη του Βικιλεξικό
    • εκθαμβωτικά φώτα
  2. μεταφορικάπου είναι πάρα πολύ όμορφος, ικανός να τυφλώσει κάποιον από τη λάμψη που εκπέμπει η ομορφιά του Βικιλεξικό
    • Αν και περασμένης ηλικίας, η καλλονή της ήταν εκθαμβωτική. Θα την ονομάσω: η γλωσσοκοπάνα καλλονή, εξαιτίας της πολυλογίας της που στρεφόταν χαριτωμένα εναντίον μου. (Θάνος Σταθόπουλος, La Folie, εκδ. Ίκαρος, 2015)

Ετυμολογία

εκθαμβωτικός < (καθαρεύουσα) ἐκθαμβωτικός < ἐκθαμβώ(νω) < + -τικός < έκθαμβος < (ελληνιστική κοινή) ἔκθαμβος. Δείτε έκ-, θάμβος, και τα ελληνιστικά ἐκθαμβητικός, ἐκθαμβόομαι.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεκθαμβωτικόςεκθαμβωτικήεκθαμβωτικό
Γενικήεκθαμβωτικούεκθαμβωτικήςεκθαμβωτικού
Αιτιατικήεκθαμβωτικόεκθαμβωτικήεκθαμβωτικό
Κλητικήεκθαμβωτικέεκθαμβωτικήεκθαμβωτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεκθαμβωτικοίεκθαμβωτικέςεκθαμβωτικά
Γενικήεκθαμβωτικώνεκθαμβωτικώνεκθαμβωτικών
Αιτιατικήεκθαμβωτικούςεκθαμβωτικέςεκθαμβωτικά
Κλητικήεκθαμβωτικοίεκθαμβωτικέςεκθαμβωτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →