εκθειάζομαι
•
- παθητική φωνή του ρήματος εκθειάζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εκθειάζομαι | εκθειάζεσαι | εκθειάζεται | εκθειαζόμαστε | εκθειάζεστε | εκθειάζονται |
| Παρατατικός | εκθειαζόμουν / εκθειαζόμουνα | εκθειαζόσουν / εκθειαζόσουνα | εκθειαζόταν / εκθειαζότανε | εκθειαζόμασταν / εκθειαζόμαστε | εκθειαζόσασταν / εκθειαζόσαστε | εκθειάζονταν / εκθειαζόντουσαν |
| Αόριστος | εκθειάστηκα | εκθειάστηκες | εκθειάστηκε | εκθειαστήκαμε | εκθειαστήκατε | εκθειάστηκαν / εκθειαστήκαν / εκθειαστήκανε |
| Μέλλοντας | θα εκθειάζομαι / θα εκθειαστώ | θα εκθειάζεσαι / θα εκθειαστείς | θα εκθειάζεται / θα εκθειαστεί | θα εκθειαζόμαστε / θα εκθειαστούμε | θα εκθειάζεστε / θα εκθειαστείτε | θα εκθειάζονται / θα εκθειαστούν / θα εκθειαστούνε |
| Παρακείμενος | έχω εκθειαστεί | έχεις εκθειαστεί | έχει εκθειαστεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εκθειαστεί | είχες εκθειαστεί | είχε εκθειαστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εκθειαστεί / να εκθειάζομαι / να εκθειαστώ | να έχεις εκθειαστεί / να εκθειάζεσαι / να εκθειαστείς | να έχει εκθειαστεί / να εκθειάζεται / να εκθειαστεί | να εκθειαζόμαστε / να εκθειαστούμε | να εκθειάζεστε / να εκθειαστείτε | να εκθειάζονται / να εκθειαστούν / να εκθειαστούνε |
| Προστακτική | — | εκθειάζου / εκθειάσου | — | — | εκθειάζεστε / εκθειαστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →