υμνούμαι
•
- με υμνούν, απαγγέλλουν ύμνους προς τιμή μου Βικιλεξικό
- μεταφορικάμε επαινούν για τις πράξεις μου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υμνούμαι, παθητική φωνή του υμνώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | υμνούμαι | υμνείσαι | υμνείται | υμνούμαστε | υμνείστε | υμνούνται |
| Παρατατικός | υμνούμουν | υμνούσουν | υμνούνταν | υμνούμασταν / υμνούμαστε | υμνούσασταν / υμνούσαστε | υμνούνταν |
| Αόριστος | υμνήθηκα | υμνήθηκες | υμνήθηκε | υμνηθήκαμε | υμνηθήκατε | υμνήθηκαν / υμνηθήκαν / υμνηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα υμνηθώ / θα υμνούμαι | θα υμνείσαι / θα υμνηθείς | θα υμνείται / θα υμνηθεί | θα υμνηθούμε / θα υμνούμαστε | θα υμνείστε / θα υμνηθείτε | θα υμνηθούν / θα υμνηθούνε / θα υμνούνται |
| Παρακείμενος | έχω υμνηθεί | έχεις υμνηθεί | έχει υμνηθεί | έχουμε υμνηθεί | έχετε υμνηθεί | έχουν υμνηθεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα υμνηθεί | είχες υμνηθεί | είχε υμνηθεί | είχαμε υμνηθεί | είχατε υμνηθεί | είχαν υμνηθεί |
| Υποτακτική | να έχω υμνηθεί / να υμνηθώ / να υμνούμαι | να έχεις υμνηθεί / να υμνείσαι / να υμνηθείς | να έχει υμνηθεί / να υμνείται / να υμνηθεί | να έχουμε υμνηθεί / να υμνηθούμε / να υμνούμαστε | να έχετε υμνηθεί / να υμνείστε / να υμνηθείτε | να έχουν υμνηθεί / να υμνηθούν / να υμνηθούνε / να υμνούνται |
| Προστακτική | — | υμνήσου | — | — | υμνείστε / υμνηθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →