Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υμνούμαι

ρήμα
•
  1. με υμνούν, απαγγέλλουν ύμνους προς τιμή μου Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάμε επαινούν για τις πράξεις μου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υμνούμαι, παθητική φωνή του υμνώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςυμνούμαιυμνείσαιυμνείταιυμνούμαστευμνείστευμνούνται
Παρατατικόςυμνούμουνυμνούσουνυμνούντανυμνούμασταν / υμνούμαστευμνούσασταν / υμνούσαστευμνούνταν
Αόριστοςυμνήθηκαυμνήθηκεςυμνήθηκευμνηθήκαμευμνηθήκατευμνήθηκαν / υμνηθήκαν / υμνηθήκανε
Μέλλονταςθα υμνηθώ / θα υμνούμαιθα υμνείσαι / θα υμνηθείςθα υμνείται / θα υμνηθείθα υμνηθούμε / θα υμνούμαστεθα υμνείστε / θα υμνηθείτεθα υμνηθούν / θα υμνηθούνε / θα υμνούνται
Παρακείμενοςέχω υμνηθείέχεις υμνηθείέχει υμνηθείέχουμε υμνηθείέχετε υμνηθείέχουν υμνηθεί
Υπερσυντέλικοςείχα υμνηθείείχες υμνηθείείχε υμνηθείείχαμε υμνηθείείχατε υμνηθείείχαν υμνηθεί
Υποτακτικήνα έχω υμνηθεί / να υμνηθώ / να υμνούμαινα έχεις υμνηθεί / να υμνείσαι / να υμνηθείςνα έχει υμνηθεί / να υμνείται / να υμνηθείνα έχουμε υμνηθεί / να υμνηθούμε / να υμνούμαστενα έχετε υμνηθεί / να υμνείστε / να υμνηθείτενα έχουν υμνηθεί / να υμνηθούν / να υμνηθούνε / να υμνούνται
Προστακτική—υμνήσου——υμνείστε / υμνηθείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →