Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εκκίνηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λόγιοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εκκινώ Βικιλεξικό
  2. λόγιοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εκκινώ Βικιλεξικό
  3. λόγιοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εκκινώ Βικιλεξικό
  4. λόγιοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εκκινώ Βικιλεξικό
  5. λόγιοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εκκινώ Βικιλεξικό
    • υπώνυμα: ψυχρή εκκίνηση, επανεκκίνηση, θερμή εκκίνηση
    • booting, φωτογραφίες στα Wikimedia Commons

Ετυμολογία

εκκίνηση < ελληνιστική κοινή ἐκκίνησις < ἐκ + κίνησις ((μεταφραστικό δάνειο) νέα ελληνική ξεκίνημα)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεκκίνησηεκκινήσεις
Γενικήεκκίνησηςεκκινήσεων
Αιτιατικήεκκίνησηεκκινήσεις
Κλητικήεκκίνησηεκκινήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →