εκκινώ
•
- λόγιοβασίζομαι σε μια λογική παραδοχή και αναπτύσσω τη σκέψη μου Βικιλεξικό
- πληροφορικήbootstrap: φορτώνω το λειτουργικό σύστημα από μη πτητική μνήμη (πχ. σκληρός δίσκος, μνήμη φλας, κλπ.) στην κεντρική μνήμη (πχ. RAM) του υπολογιστή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκκινώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐκκινῶ, συνηρημένος τύπος του ἐκκινέω] < ἐκ + κινέω / κινῶ < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ḱey-
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εκκινώ | εκκινείς | εκκινεί | εκκινούμε | εκκινείτε | εκκινούν / εκκινούνε |
| Παρατατικός | εκκινούσα | εκκινούσες | εκκινούσε | εκκινούσαμε | εκκινούσατε | εκκινούσαν / εκκινούσανε |
| Αόριστος | εκκίνησα | εκκίνησες | εκκίνησε | εκκινήσαμε | εκκινήσατε | εκκίνησαν / εκκινήσαν / εκκινήσανε |
| Μέλλοντας | θα εκκινήσω / θα εκκινώ | θα εκκινήσεις / θα εκκινείς | θα εκκινήσει / θα εκκινεί | θα εκκινήσουμε / θα εκκινούμε | θα εκκινήσετε / θα εκκινείτε | θα εκκινήσουν / θα εκκινήσουνε / θα εκκινούν / θα εκκινούνε |
| Παρακείμενος | έχω εκκινήσει | έχεις εκκινήσει | έχει εκκινήσει | έχουμε εκκινήσει | έχετε εκκινήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εκκινήσει | είχες εκκινήσει | είχε εκκινήσει | είχαμε εκκινήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εκκινήσει / να εκκινήσω / να εκκινώ | να έχεις εκκινήσει / να εκκινήσεις / να εκκινείς | να έχει εκκινήσει / να εκκινήσει / να εκκινεί | να έχουμε εκκινήσει / να εκκινήσουμε / να εκκινούμε | να έχετε εκκινήσει / να εκκινήσετε / να εκκινείτε | να εκκινήσουν / να εκκινήσουνε / να εκκινούν / να εκκινούνε |
| Προστακτική | — | εκκίνει / εκκίνησε | — | — | εκκινήστε / εκκινείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →