εκκενωτής
•
- αυτός που εκκενώνει (π.χ. βόθρους) Βικιλεξικό
- όργανο που συμβάλλει στην εκκένωση ηλεκτρικού συμπυκνωτών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκκενωτής < εκκενώνω + -τής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εκκενωτής | εκκενωτές |
| Γενική | εκκενωτή | εκκενωτών |
| Αιτιατική | εκκενωτή | εκκενωτές |
| Κλητική | εκκενωτή | εκκενωτές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →