Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εκκενώνω

/e.ceˈno.no/ρήμα
•
  1. λόγιοαδειάζω κάποιο χώρο απ’ το περιεχόμενό του, τον κάνω κενό Βικιλεξικό
  2. απομακρύνω κάποια άτομα από έναν χώρο (για στρατιωτικούς ή άλλους λόγους) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εκκενώνω < αρχαία ελληνική ἐκκενόω / ἐκκενῶ < κενόω / κενῶ < κενός < κενϝός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ḱen-

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεκκενώνωεκκενώνειςεκκενώνειεκκενώνουμεεκκενώνετεεκκενώνουν / εκκενώνουνε
Παρατατικόςεκκένωναεκκένωνεςεκκένωνεεκκενώναμεεκκενώνατεεκκένωναν / εκκενώναν / εκκενώνανε
Αόριστοςεκκένωσαεκκένωσεςεκκένωσεεκκενώσαμεεκκενώσατεεκκένωσαν / εκκενώσαν / εκκενώσανε
Μέλλονταςθα εκκενώνω / θα εκκενώσωθα εκκενώνεις / θα εκκενώσειςθα εκκενώνει / θα εκκενώσειθα εκκενώνουμε / θα εκκενώσουμεθα εκκενώνετε / θα εκκενώσετεθα εκκενώνουν / θα εκκενώνουνε / θα εκκενώσουν / θα εκκενώσουνε
Παρακείμενοςέχω εκκενώσειέχεις εκκενώσειέχει εκκενώσειέχουμε εκκενώσειέχετε εκκενώσει—
Υπερσυντέλικοςείχα εκκενώσειείχες εκκενώσειείχε εκκενώσειείχαμε εκκενώσει——
Υποτακτικήνα έχω εκκενώσει / να εκκενώνω / να εκκενώσωνα έχεις εκκενώσει / να εκκενώνεις / να εκκενώσειςνα έχει εκκενώσει / να εκκενώνει / να εκκενώσεινα έχουμε εκκενώσει / να εκκενώνουμε / να εκκενώσουμενα έχετε εκκενώσει / να εκκενώνετε / να εκκενώσετενα εκκενώνουν / να εκκενώνουνε / να εκκενώσουν / να εκκενώσουνε
Προστακτική—εκκένωνε / εκκένωσε——εκκενώνετε / εκκενώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →