εκκενώνω
•
- λόγιοαδειάζω κάποιο χώρο απ’ το περιεχόμενό του, τον κάνω κενό Βικιλεξικό
- απομακρύνω κάποια άτομα από έναν χώρο (για στρατιωτικούς ή άλλους λόγους) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκκενώνω < αρχαία ελληνική ἐκκενόω / ἐκκενῶ < κενόω / κενῶ < κενός < κενϝός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ḱen-
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εκκενώνω | εκκενώνεις | εκκενώνει | εκκενώνουμε | εκκενώνετε | εκκενώνουν / εκκενώνουνε |
| Παρατατικός | εκκένωνα | εκκένωνες | εκκένωνε | εκκενώναμε | εκκενώνατε | εκκένωναν / εκκενώναν / εκκενώνανε |
| Αόριστος | εκκένωσα | εκκένωσες | εκκένωσε | εκκενώσαμε | εκκενώσατε | εκκένωσαν / εκκενώσαν / εκκενώσανε |
| Μέλλοντας | θα εκκενώνω / θα εκκενώσω | θα εκκενώνεις / θα εκκενώσεις | θα εκκενώνει / θα εκκενώσει | θα εκκενώνουμε / θα εκκενώσουμε | θα εκκενώνετε / θα εκκενώσετε | θα εκκενώνουν / θα εκκενώνουνε / θα εκκενώσουν / θα εκκενώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εκκενώσει | έχεις εκκενώσει | έχει εκκενώσει | έχουμε εκκενώσει | έχετε εκκενώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εκκενώσει | είχες εκκενώσει | είχε εκκενώσει | είχαμε εκκενώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εκκενώσει / να εκκενώνω / να εκκενώσω | να έχεις εκκενώσει / να εκκενώνεις / να εκκενώσεις | να έχει εκκενώσει / να εκκενώνει / να εκκενώσει | να έχουμε εκκενώσει / να εκκενώνουμε / να εκκενώσουμε | να έχετε εκκενώσει / να εκκενώνετε / να εκκενώσετε | να εκκενώνουν / να εκκενώνουνε / να εκκενώσουν / να εκκενώσουνε |
| Προστακτική | — | εκκένωνε / εκκένωσε | — | — | εκκενώνετε / εκκενώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →