Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εκκινητήριος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με εκκίνηση / εκκινητή / εκκινητήρα ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εκκινητήριος < εκκινητής / εκκινητήρας / εκκίνηση + -τήριος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεκκινητήριοςεκκινητήριαεκκινητήριο
Γενικήεκκινητήριουεκκινητήριαςεκκινητήριου
Αιτιατικήεκκινητήριοεκκινητήριαεκκινητήριο
Κλητικήεκκινητήριεεκκινητήριαεκκινητήριο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεκκινητήριοιεκκινητήριεςεκκινητήρια
Γενικήεκκινητήριωνεκκινητήριωνεκκινητήριων
Αιτιατικήεκκινητήριουςεκκινητήριεςεκκινητήρια
Κλητικήεκκινητήριοιεκκινητήριεςεκκινητήρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →