εκκοκκίζω
•
- διαχωρίζω τους σπόρους ενός φυτικού καρπού βγάζοντας το περίβλημά τους Βικιλεξικό
- Αγοράζουμε το βαμβάκι από τους αγρότες, το εκκοκκίζουμε και το καθαρίζουμε από κάθε ξένη ύλη.
Ετυμολογία
εκκοκκίζω < (ελληνιστική κοινή) < ἐκ + κόκκος (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική égrener)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εκκοκκίζω | εκκοκκίζεις | εκκοκκίζει | εκκοκκίζουμε | εκκοκκίζετε | εκκοκκίζουν / εκκοκκίζουνε |
| Παρατατικός | εκκόκκιζα | εκκόκκιζες | εκκόκκιζε | εκκοκκίζαμε | εκκοκκίζατε | εκκοκκίζαν / εκκοκκίζανε / εκκόκκιζαν |
| Αόριστος | εκκόκκισα | εκκόκκισες | εκκόκκισε | εκκοκκίσαμε | εκκοκκίσατε | εκκοκκίσαν / εκκοκκίσανε / εκκόκκισαν |
| Μέλλοντας | θα εκκοκκίζω / θα εκκοκκίσω | θα εκκοκκίζεις / θα εκκοκκίσεις | θα εκκοκκίζει / θα εκκοκκίσει | θα εκκοκκίζουμε / θα εκκοκκίσουμε | θα εκκοκκίζετε / θα εκκοκκίσετε | θα εκκοκκίζουν / θα εκκοκκίζουνε / θα εκκοκκίσουν / θα εκκοκκίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εκκοκκίσει | έχεις εκκοκκίσει | έχει εκκοκκίσει | έχουμε εκκοκκίσει | έχετε εκκοκκίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εκκοκκίσει | είχες εκκοκκίσει | είχε εκκοκκίσει | είχαμε εκκοκκίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εκκοκκίσει / να εκκοκκίζω / να εκκοκκίσω | να έχεις εκκοκκίσει / να εκκοκκίζεις / να εκκοκκίσεις | να έχει εκκοκκίσει / να εκκοκκίζει / να εκκοκκίσει | να έχουμε εκκοκκίσει / να εκκοκκίζουμε / να εκκοκκίσουμε | να έχετε εκκοκκίσει / να εκκοκκίζετε / να εκκοκκίσετε | να εκκοκκίζουν / να εκκοκκίζουνε / να εκκοκκίσουν / να εκκοκκίσουνε |
| Προστακτική | — | εκκόκκιζε / εκκόκκισε | — | — | εκκοκκίζετε / εκκοκκίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →