Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εκκοκκιστήριο

/e.ko.ciˈsti.ɾi.o/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. εργοστάσιο ή εργαστήριο όπου γίνεται ο εκκοκκισμός Βικιλεξικό
    • εκκοκκιστήριο βάμβακος, αραβοσίτου, καννάβεως
    • εκκοκκιστήριο λιναριού, ρυζιού
  2. συσκευή εκκόκισης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εκκοκκιστήριο < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἐκκοκκιστήριον < ε(ἐ)κκοκκίζωεκκοκισ- + -τήριον (-τήριο) < (ελληνιστική κοινή) < ἐκ + κόκκος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεκκοκκιστήριοεκκοκκιστήρια
Γενικήεκκοκκιστήριου / εκκοκκιστηρίουεκκοκκιστηρίων
Αιτιατικήεκκοκκιστήριοεκκοκκιστήρια
Κλητικήεκκοκκιστήριοεκκοκκιστήρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →