εκκοκκιστήριο
•
- εργοστάσιο ή εργαστήριο όπου γίνεται ο εκκοκκισμός Βικιλεξικό
- εκκοκκιστήριο βάμβακος, αραβοσίτου, καννάβεως
- εκκοκκιστήριο λιναριού, ρυζιού
- συσκευή εκκόκισης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκκοκκιστήριο < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἐκκοκκιστήριον < ε(ἐ)κκοκκίζωεκκοκισ- + -τήριον (-τήριο) < (ελληνιστική κοινή) < ἐκ + κόκκος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εκκοκκιστήριο | εκκοκκιστήρια |
| Γενική | εκκοκκιστήριου / εκκοκκιστηρίου | εκκοκκιστηρίων |
| Αιτιατική | εκκοκκιστήριο | εκκοκκιστήρια |
| Κλητική | εκκοκκιστήριο | εκκοκκιστήρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →