Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εκκολαπτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την εκκόλαψη, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλλει σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εκκολαπτικός < εκκολάπτω + -τικός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική incubateur)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεκκολαπτικόςεκκολαπτικήεκκολαπτικό
Γενικήεκκολαπτικούεκκολαπτικήςεκκολαπτικού
Αιτιατικήεκκολαπτικόεκκολαπτικήεκκολαπτικό
Κλητικήεκκολαπτικέεκκολαπτικήεκκολαπτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεκκολαπτικοίεκκολαπτικέςεκκολαπτικά
Γενικήεκκολαπτικώνεκκολαπτικώνεκκολαπτικών
Αιτιατικήεκκολαπτικούςεκκολαπτικέςεκκολαπτικά
Κλητικήεκκολαπτικοίεκκολαπτικέςεκκολαπτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →