εκκολαπτικός
•
- που έχει σχέση με την εκκόλαψη, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλλει σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκκολαπτικός < εκκολάπτω + -τικός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική incubateur)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εκκολαπτικός | εκκολαπτική | εκκολαπτικό |
| Γενική | εκκολαπτικού | εκκολαπτικής | εκκολαπτικού |
| Αιτιατική | εκκολαπτικό | εκκολαπτική | εκκολαπτικό |
| Κλητική | εκκολαπτικέ | εκκολαπτική | εκκολαπτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εκκολαπτικοί | εκκολαπτικές | εκκολαπτικά |
| Γενική | εκκολαπτικών | εκκολαπτικών | εκκολαπτικών |
| Αιτιατική | εκκολαπτικούς | εκκολαπτικές | εκκολαπτικά |
| Κλητική | εκκολαπτικοί | εκκολαπτικές | εκκολαπτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →